Νέα Σχέση μετά το διαζύγιο: διλήμματα και προβληματισμοί... μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον
- Γεωργία Βασιλείου
- 14 Ιαν
- διαβάστηκε 2 λεπτά

Το τέλος ενός γάμου, ειδικά όταν υπάρχουν παιδιά, δεν αποτελεί μόνο ένα νομικό γεγονός, αλλά ένα βαθύ ψυχικό ρήγμα που αναδιαμορφώνει τον εσωτερικό κόσμο όλων των μελών της οικογένειας. Ως θεραπευτές, βλέπουμε συχνά ότι η απόφαση για μια νέα σχέση μετά το διαζύγιο δεν είναι μια απλή αναζήτηση συντροφικότητας, αλλά μια σύνθετη εσωτερική διαπραγμάτευση. Είναι μια στιγμή όπου η ελπίδα για μια νέα αρχή συγκρούεται με το φόβο της επανάληψης και, κυρίως, με την αγωνία για το πώς αυτή η αλλαγή θα επιδράσει στον εύθραυστο ψυχισμό των παιδιών.
Η πρώτη μεγάλη αγωνία αναδύεται πριν καν υπάρξει το νέο πρόσωπο, ίσως και πριν τη πρώτη εκείνη στιγμή της νέας γνωριμίας. Το ερώτημα «πότε αποκαλύπτω ότι έχω παιδιά;» δεν είναι μόνο ζήτημα ειλικρίνειας, αλλά μια βαθιά ασυνείδητη σύγκρουση ρόλων. Πολλές φορές ο γονέας διστάζει να αναφέρει την ύπαρξη των παιδιών του, όχι από έλλειψη αγάπης, αλλά από έναν φόβο ότι η γονεϊκή του ιδιότητα θα «καταπιεί» την ερωτική του ταυτότητα ή θα οδηγήσει στην απόρριψη. Στην πραγματικότητα, αυτή η καθυστέρηση αντανακλά συχνά τη δική μας δυσκολία να συμφιλιώσουμε: τον εαυτό μας που φροντίζει με τον εαυτό μας που επιθυμεί. Η αυθεντικότητα σε αυτό το στάδιο είναι καθοριστική, καθώς μια νέα σχέση που ξεκινά με την αποσιώπηση της πιο σημαντικής μας δέσμευσης, κινδυνεύει να χτιστεί πάνω σε μια άμυνα που αργότερα θα δημιουργήσει απόσταση.

Όταν όμως η σχέση σταθεροποιηθεί, το βάρος μετατοπίζεται στην ανακοίνωση προς τα παιδιά. Εδώ, ο γονέας έρχεται αντιμέτωπος με ένα τεράστιο κύμα ενοχής. Φοβάται ότι η παρουσία ενός νέου προσώπου θα βιωθεί από το παιδί ως μια δεύτερη «προδοσία» ή ως η οριστική απώλεια της ελπίδας για επανένωση των βιολογικών γονέων. Η αγωνία της αποκάλυψης συχνά μας οδηγεί σε δύο άκρα: είτε στη βιαστική παρουσίαση του νέου συντρόφου ως «φίλου», κάτι που το παιδί συνήθως διαισθάνεται και το μπερδεύει, είτε στην πλήρη απόκρυψη, η οποία δημιουργεί ένα πέπλο μυστικοπάθειας που κλονίζει την εμπιστοσύνη.
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η κατάλληλη στιγμή για τη γνωριμία δεν ορίζεται από το ρολόι, αλλά από την ψυχική διαθεσιμότητα. Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι η νέα σχέση του γονέα δεν αφαιρεί χώρο από τη δική του σχέση μαζί του. Η ανακοίνωση πρέπει να γίνει με ειλικρίνεια και σεβασμό στον ρυθμό του παιδιού, χωρίς να του ζητείται να «εγκρίνει» ή να «αγαπήσει» αμέσως τον νέο σύντροφο. Το δίλημμα «μήπως πληγώσω τα παιδιά μου;» απαντάται μέσα από τη σταθερότητα: το παιδί μπορεί να αντέξει την ύπαρξη ενός νέου τρίτου προσώπου, αρκεί να βεβαιωθεί ότι η δική του θέση στην καρδιά του γονέα παραμένει αδιαπραγμάτευτη.
Στην ουσία, η νέα σχέση μετά το διαζύγιο είναι μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Δεν πρόκειται για την αναζήτηση ενός «αντικαταστάτη» γονέα, αλλά για τη διεύρυνση του ψυχικού ορίζοντα της οικογένειας. Η θεραπευτική δουλειά σε αυτό το στάδιο στοχεύει στο να βοηθήσει τον γονέα να δει ότι η προσωπική του ολοκλήρωση δεν είναι πράξη εγωισμού. Αντίθετα, ένας γονέας που επιτρέπει στον εαυτό του να αγαπηθεί ξανά με υγεία, προσφέρει στα παιδιά του το πιο πολύτιμο μάθημα: ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί μετά την απώλεια και ότι η ευτυχία είναι μια επιλογή που αξίζει να διεκδικούμε, παρά τις πληγές του χθες.




Σχόλια