Το βάρος δεν ήταν ποτέ δικό σου
- Γεωργία Βασιλείου
- 12 Ιουν
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Δύο coming out, μία σχέση και μια κοινότητα που κρατά τη θέση σου

Είναι Σαββατοκύριακο. Η μία θέλει να πάνε μαζί στο Pride, με χαρά, ανοιχτά, με φίλους. Η άλλη δεν είναι ακόμα έτοιμη. Δεν το έχει πει στους γονείς της. Φοβάται τι θα συμβεί αν τη δει κάποιος γνωστός...
Δεν φιλονικούν για το Pride. Φιλονικούν για κάτι πολύ βαθύτερο.
Υπάρχει η εντύπωση ότι το coming out είναι μια πράξη, κάτι που γίνεται μια φορά και μετά τελειώνει. Η έρευνα, ωστόσο, περιγράφει μια διαδικασία που δεν έχει τέλος. Επαναλαμβάνεται κάθε φορά που μπαίνεις σε νέο περιβάλλον, νέα δουλειά, νέα οικογενειακή συγκέντρωση, νέο ιατρείο όπου πρέπει να αποφασίσεις αν θα πεις «η σύντροφός μου» ή «μια φίλη». Η Vivienne Cass, που περιέγραψε από τις πρώτες τα στάδια της ανάπτυξης της ομοφυλόφιλης ταυτότητας, έδειξε ότι η πορεία αυτή είναι μη γραμμική... μπορεί να σταματά, να οπισθοδρομεί, να ξεκινά πάλι. Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Και κυρίως δεν υπάρχει «σωστό» σημείο στο οποίο όφειλε κανείς να έχει ήδη φτάσει.
Εδώ όμως αξίζει να σταθούμε σε κάτι που η ψυχολογία άργησε να πει καθαρά και που η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα το ήξερε από πάντα, στο σώμα της. Ο Ilan Meyer, με τη θεωρία του μειονοτικού στρες, τεκμηρίωσε αυτό ακριβώς, οι ψυχικές δυσκολίες που εμφανίζονται συχνότερα στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα δεν πηγάζουν από την ταυτότητά τους. Πηγάζουν από το χρόνιο, αθόρυβο στρες του να ζεις μέσα σε ένα περιβάλλον που σε αμφισβητεί , τη διάκριση, την προσδοκία της απόρριψης, την ανάγκη απόκρυψης, τη διαρκή επαγρύπνηση.
Με άλλα λόγια, δεν είναι η ταυτότητα που πληγώνει. Είναι το βάρος που της φορτώθηκε. Αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια· είναι ίσως η πιο θεραπευτική πρόταση που έχει να προσφέρει η σύγχρονη ψυχολογία σε όποιον μεγάλωσε νιώθοντας ότι κάτι πάνω του χρειάζεται διόρθωση. Δεν χρειαζόταν. Δεν χρειάζεται.
Στη γλώσσα της ψυχοδυναμικής σκέψης, θα το λέγαμε και αλλιώς. Ο Winnicott περιέγραψε πώς, όταν το περιβάλλον δεν μπορεί να υποδεχτεί τον αληθινό εαυτό ενός παιδιού, εκείνο μαθαίνει να εμφανίζει έναν εαυτό προσαρμοσμένο, έναν «ψευδή» εαυτό «για τους άλλους». Δεν είναι ψέμα· είναι μηχανισμός επιβίωσης.
Πολλά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αναγνωρίζουν αυτή την περιγραφή με μια ακρίβεια που πονά... τα χρόνια που πρόσεχαν πώς κάθονται, πώς μιλούν, ποιον κοιτούν και για πόσο. Το coming out, ιδωμένο έτσι, δεν είναι απλώς μια ανακοίνωση. Είναι η στιγμή που ο αληθινός εαυτός δοκιμάζει να υπάρξει εκεί που μέχρι χθες υπήρχε μόνο ο προσαρμοσμένος. Γι' αυτό και απαιτεί κάτι που δεν αναγράφεται σε κανένα χρονοδιάγραμμα, ένα περιβάλλον που να μπορεί να τον κρατήσει.
Όταν δύο άτομα ερωτεύονται, φέρνουν μαζί τους δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες αυτής της πορείας. Και η ασυμμετρία ανάμεσά τους, αόρατη στους ξένους, ορατή μόνο ανάμεσά τους, γίνεται μια από τις πιο απαιτητικές πτυχές της σχέσης.
Αυτή που έχει ανοιχτεί περισσότερο μπορεί να αισθάνεται περήφανη και ταυτόχρονα ανυπόμονη. Να θέλει να κρατά ανοιχτά το χέρι της συντρόφου της σε έναν δρόμο και να μην μπορεί. Και μέσα σε αυτή τη ματαίωση, να αρχίσει να αναρωτιέται: «Ντρέπεται για μένα;» Η ερώτηση είναι εκρηκτική, γιατί αγγίζει κατευθείαν την αξία εαυτού. Όμως η απάντηση, τις περισσότερες φορές, είναι όχι. Δεν ντρέπεται για εκείνη. Φοβάται για τον εαυτό της και αυτά τα δύο, όσο κι αν μοιάζουν στην επιφάνεια, είναι δύο εντελώς διαφορετικά συναισθήματα.
Γιατί αυτή που δεν είναι ακόμα έτοιμη δεν καθυστερεί από αδιαφορία. Κουβαλά αυτό που η έρευνα ονομάζει εσωτερικευμένη ομοφοβία, το υπόλειμμα μιας κοινωνίας που δεν αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα, κατασταλαγμένο σε ενοχή, σε επιφυλακτικότητα, σε αδυναμία να εμφανιστείς πλήρως.
Οι Frost και Meyer έδειξαν κάτι σημαντικό για τα ζευγάρια: Αυτό το εσωτερικευμένο στίγμα δεν επιβαρύνει μόνο το άτομο που το φέρει, διαβρώνει αθόρυβα την ποιότητα της σχέσης και για τους δύο. Όχι επειδή κάποιος φταίει. Επειδή το βάρος που δεν ονομάζεται, μοιράζεται ερήμην μας. Δεν είναι αδυναμία. Είναι μια απάντηση σε ένα πραγματικό περιβάλλον που άφησε τα ίχνη του.
Και υπάρχει κάτι ακόμα, που οι ερευνητές των σχέσεων (Rostosky, Riggle, LeBlanc, Frost) ανέδειξαν τα τελευταία χρόνια. Το μειονοτικό στρες δεν χτυπά μόνο το κάθε άτομο ξεχωριστά, χτυπά και το ζευγάρι ως όλον. Η απόφαση αν θα πιαστούν χέρι-χέρι στον δρόμο, το βλέμμα στο τραπέζι του εστιατορίου, η οικογενειακή γιορτή όπου η μία προσκαλείται «με τη φίλη της». Αυτά δεν είναι το άθροισμα δύο ατομικών αγχών· είναι ένα φορτίο που η σχέση σηκώνει ως ολότητα και που κανένα ετερόφυλο ζευγάρι δεν χρειάστηκε ποτέ να σκεφτεί. Όταν το ζευγάρι μάθει να το αντιμετωπίζει μαζί, όταν το βάρος ονομαστεί ως κοινό και όχι ως δικό σου ή δικό μου γίνεται από πηγή απομάκρυνσης, πηγή δεσίματος.
Το ζευγάρι συχνά δεν μιλά ευθέως για τίποτε από αυτά. Η ένταση εμφανίζεται με άλλους, πιο έμμεσους τρόπους, ως αποφυγή, ως μικροφιλονικίες για άσχετα πράγματα, ως μια αδιόρατη απομάκρυνση που κανένας δεν μπορεί να εξηγήσει. Στη γλώσσα της ψυχοδυναμικής θεραπείας, θα λέγαμε ότι αυτό που δεν βρίσκει λέξεις, εκδραματίζεται.
Εδώ έχει θέση η θεραπεία ζεύγους, ένας χώρος όπου, ίσως για πρώτη φορά, η σχέση δεν χρειάζεται να απολογηθεί για την ύπαρξή της και όπου το ζευγάρι μπορεί επιτέλους να ξεχωρίσει τι από αυτά που το βαραίνουν είναι πραγματικά δικό του, και τι του φορτώθηκε απ' έξω. Ο στόχος δεν είναι να πείσει ο ένας τον άλλο, ούτε να «συγχρονιστούν» τεχνητά. Είναι να αρχίσουν να ακούνε τι κουβαλά ο καθένας, τι φοβάται, τι χρειάζεται, τι δεν έχει βρει ακόμα τη λέξη του. Να μάθουν να κρατούν χώρο για τον ρυθμό του άλλου, χωρίς να χάσουν τον δικό τους.
Κι εδώ είναι το παράδοξο που πραγματικά συγκινεί... κάτω από μια εμπειρία τόσο ειδική, τόσο αποκλειστικά δική τους, κρύβεται κάτι πανανθρώπινο. Δύο άνθρωποι που κινούνται με διαφορετικό ρυθμό στο δικό τους ψυχολογικό ταξίδι και καλούνται να χτίσουν κάτι κοινό. Η διαφορά είναι ότι εδώ αυτός ο ρυθμός έχει ένα συγκεκριμένο όνομα και ένα ειδικό ψυχολογικό βάρος που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ίσως γι' αυτό το Pride έχει τόση ψυχολογική σημασία, πέρα από την πολιτική και την κοινωνική του. Η λέξη δεν επιλέχθηκε τυχαία. Η περηφάνια είναι το ακριβές αντίθετο της ντροπής και η ντροπή είναι το συναίσθημα που το στίγμα εγκαθιστά πιο βαθιά. Η ντροπή λέει «κρύψου»· το Pride απαντά «σε βλέπω». Για μία ημέρα, ο δημόσιος χώρος, αυτός που για χρόνια απαιτούσε επαγρύπνηση, γίνεται χώρος που κρατά. Αυτό, ψυχολογικά, δεν είναι γιορτή, είναι επανόρθωση.
Όμως ένα Pride που θα ήταν μόνο για όσους μπορούν να βρεθούν εκεί, θα πρόδιδε το νόημά του. Είναι εξίσου, ίσως και περισσότερο, για όσους θα το παρακολουθήσουν από μακριά. Για αυτ@ που θα πει στους γονείς τ@ ότι «βγαίνει με φίλους». Για αυτ@ που θα δει τις φωτογραφίες το βράδυ, μόν@, και θα νιώσει κάτι να σφίγγεται και να λαχταρά μαζί. Για όσους δεν έχουν πει ακόμα τίποτα σε κανέναν. Το Pride είναι μια υπόσχεση που η κοινότητα κρατά ζεστή για λογαριασμό όλων, ότι υπάρχει ένας τόπος όπου ο αληθινός εαυτός χωρά ολόκληρος.
Η σχέση δεν ζητά και από τους δύο να βρίσκονται στο ίδιο σημείο. Ζητά να βλέπει ο ένας πού βρίσκεται ο άλλος και να επιλέγει να παραμείνει. Και η κοινότητα, στις καλύτερές της στιγμές, κάνει το ίδιο σε μεγαλύτερη κλίμακα, δεν ρωτά πόσο μακριά έφτασες. Κρατά τη θέση σου. |




Σχόλια